Φανταζόμουν τον Σπανούλη και τον Διαμαντίδη...

Φανταζόμουν τον Σπανούλη και τον Διαμαντίδη...


Στην τελική ευθεία του Μουντομπάσκετ την διαφορά την κάνουν τα μεγάλα παιδιά. Ο κόσμος του μπάσκετ υποκλίθηκε στον τεράστιο Λουίς Σκόλα που στα 39 του οδήγησε την Αργεντινή στον τελικό διαλύοντας τους ψηλούς των Γάλλων – ειδικά ο Γκομπέρ, που έστειλε σπίτι τους Αμερικάνους, θα θυμάται καιρό τι έπαθε όταν τράκαρε πάνω στον Αργεντινό γίγαντα. Αλλά και την Ισπανία στο επικό ματς με τους Αυστραλούς δυο βετεράνοι την οδήγησαν σε μια νίκη που έμοιαζε στο μεγαλύτερο κομμάτι του ματς δύσκολη υπόθεση: ο 35χρονος Μάρκ Γκασόλ της έδωσε το φιλί της ζωής και ο 32χρονος Σέρχιο Γιούλ, με δυο τρίποντα, στη δεύτερη παράταση, της έκλεισε εισιτήριο για τον τελικό της Κυριακής. Οι μικροί μαθαίνουν από τους μεγάλους, που στην Κίνα παραδίδουν μαθήματα.

Η θέληση και η ανάγκη

Για τον Σκόλα γράφονται ήδη τόσα πολλά που κάπου το μέτρο θα χαθεί. Αυτό που από την δική του ιστορία πρέπει να κρατήσουμε είναι η θέλησή του να παίζει στην ομάδα σε μια ηλικία που άλλοι έχουν κόψει το μπάσκετ. Αν θες να το κάνεις, θα βρεις και τον τρόπο: όλα τα άλλα έπονται. Φυσικά και πρέπει να προπονηθείς καλύτερα, σίγουρα πρέπει να προσέξεις την διατροφή σου και τη ζωή σου γενικότερα, ασφαλώς και κάνεις και θυσίες: αλλά αυτά είναι συνέπεια της απόφασης – δεν την προκαλούν.

 

Η θέληση φυσικά καλλιεργείται κιόλας και οφείλεται και σε πολλά που δεν έχουν να κάνουν αποκλειστικά με το χαρακτήρα του παίκτη. Για να συνεχίσει ένας αθλητής να αγωνίζεται σε αυτό το επίπεδο σε αυτή την ηλικία χρειάζεται να έχει συζητήσει και με τους προπονητές του για τον τρόπο χρησιμοποίησής του –  χρειάζεται δηλαδή και να νοιώθει την εμπιστοσύνη του κόουτς. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο για ένα αθλητή από το να υποπτεύεται ότι γίνεται βάρος: κανείς δεν θέλει να του χαρίζεται η θέση στην ομάδα λόγω του βιογραφικού του. Πριν θεοποιήσουμε την προσφορά των βετεράνων πρέπει να έχουμε στον μυαλό μας ένα κανόνα: χρήσιμος είναι όποιος τέτοιος δεν στερεί (ενδεχομένως και άθελά του) χρόνο συμμετοχής από κάποιον ταλαντούχο νεότερο. Αν το κάνει, όσο κι αν ο κόσμος ενθουσιάζεται βλέποντας τον να παλεύει σαν πιτσιρικάς, εντός της ομάδας γίνεται πρόβλημα. Στην περίπτωση του Σκόλα οι Αργεντινοί είναι τυχεροί γιατί κανείς δεν μπορεί να παίξει στη θέση του εξίσου καλά, ακόμα και τώρα που αυτός είναι στα 39 του. Ετσι εξίσου σημαντική με τη θέλησή του, είναι και η ανάγκη της παρουσίας του: ο Σκόλα δεν παίζει «γιατί είναι 39 χρονών και όλοι τον σέβονται» - παίζει γιατί κανείς άλλος δεν μπορεί στην ομάδα του να φορέσει τα παπούτσια του. Και για αυτό κάνει και τη διαφορά.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους δυο ήρωες βετεράνους των Ισπανών. Ο Μαρκ Γκαζόλ έχει κάνει τρομακτική πρόοδο στο ΝΒΑ την τελευταία πενταετία. Από τους Ισπανούς δεν λείπουν οι ψηλοί – κανείς όμως αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Οσο για τον Γιούλ, δεν υπάρχουν λόγια. Ο τύπος γύρισε από ένα τρομερό τραυματισμό για να χτίσει μια δεύτερη καριέρα. Ισως ο Ρίκι Ρούμπιο να είναι καλύτερος παίκτης αυτή τη στιγμή, αλλά το αίμα του Γιούλ δεν είναι απλά κρύο – είναι παγωμένο. Χθες παίρνει την τελευταία επίθεση των Ισπανών στην κανονική διάρκεια και αστοχεί: την ομάδα σώζει ο Μαρκ που κερδίζει φάουλ στη διεκδίκηση του ριμπάουντ. Στη δεύτερη παράταση, όταν η μπάλα ζυγίζει τετρακόσια κιλά, ο παραλίγο μοιραίος Γιούλ συμπεριφέρεται σαν να μην έχει συμβεί τίποτα προηγουμένως: δυο σερί τρίποντα από τα δικά του σβήνουν το όνειρο των Αυστραλών– η τρέλα του Γιουλ και η κλάση του πάνε μαζί.

Στην Ελλάδα ποιος να το κάνει;

Γιατί αυτά τα παιδιά δεν λένε όχι στις Εθνικές για να ξεκουραστούν, να προετοιμάσουν την επόμενη σεζόν τους, να περάσουν καιρό με τις οικογένειές τους κτλ; Η δική μου απάντηση είναι απλή: γιατί οι Εθνικές ομάδες στις οποίες αγωνίζονται διοικούνται από ομοσπονδίες που ξέρουν πώς να φέρονται σε μεγάλους αθλητές – αυτό είναι το μυστικό. Οι ομοσπονδίες ξέρουν να δημιουργούν συνθήκες που σχεδόν δεν επιτρέπουν στους αθλητές να πουν στην Εθνική τους ομάδα «αντίο». Ακόμα κι αν κάποιος λείψει σε ένα τουρνουά (ο Μαρκ Γκαζόλ το χει κάνει) η πόρτα της Εθνικής δεν κλίνει και ο σκοπός της ομοσπονδίας είναι πως τον αθλητή θα τον κρατήσει ζεστό: τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Το να οικοδομείς και να διατηρείς σχέσεις με ανθρώπους σημαίνει να ξέρεις να διοικείς. Τη δουλειά αυτή δεν την κάνουν μόνο οι προπονητές, αλλά κι άλλοι πολλοί που στις ομοσπονδίες πρέπει να υπάρχουν. Κυρίως όμως χρειάζεται η ομοσπονδία να διοικείται από ανθρώπους που έχουν το κουράγιο να κοιτάζουν τους αθλητές στα μάτια ζητώντας τους μια ακόμα επιστράτευση και μια ακόμα θυσία. Στην Ελλάδα ποιος να το κάνει;

 

Κοιτάζω το τουρνουά καθώς τελειώνει: ήταν ένα τουρνουά στο οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε πραγματικά να γράψει ιστορία, αν απλά το προγραμμάτιζε σωστά. Μέρος αυτού του προγραμματισμού θα μπορούσε (λάθος, θα έπρεπε) να είναι και η επιστροφή στην ομάδα του Βασίλη Σπανούλη. Η Ελλάδα είχε πολλούς παίκτες για πολλές θέσεις, αλλά και μια μεγάλη έλλειψη στα γκαρντ. Ο Σπανούλης θα μπορούσε άνετα στις συγκεκριμένες συνθήκες να είναι ο δικός μας Σκόλα και ο δικός μας Γιούλ. Η παρουσία του Γιάννη επέβαλε την ύπαρξη στη δωδεκάδα ενός ακόμα καλού πασέρ και ο Σπανούλης θα είναι πάντα και όσο παίζει ένας από τους καλύτερους. Σε μια σοβαρή χώρα, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν, η ομοσπονδία θα είχε αρχίσει την προσπάθεια να πείσει τον παίκτη για μια μεγάλη επιστροφή. Θα αναλάμβαναν την δουλειά όσοι τον γνωρίζουν καλά, θα του θύμιζαν ότι το τελευταίο μετάλλιο που πήρε αυτή η ομάδα στην Πολωνία το 2009 αυτός της το έδωσε, θα υπήρχε συνεννόηση με την ομάδα του που φυσικά και θα καταλάβαινε την σημαντικότητα της επιστροφής του - πόσο μάλλον σε ένα τουρνουά που άφηνε περιθώρια διάκρισης. Ο Σπανούλης θα προγραμμάτιζε τα πάντα για να είναι δίπλα στην Εθνική και θα το κατόρθωνε, αν οι άνθρωποι της ομοσπονδίας μπορούσαν να του εξηγήσουν πόσο η ομάδα έχει την ανάγκη του. Φυσικά μετράει ποιοι θα ήταν οι συνομιλητές του. Θα αρνιόταν ο Σπανούλης το κάλεσμα του Παναγιώτη Γιαννάκη, του Νίκου Γκάλη, του Παναγιώτη Φασούλα, του Νίκου Φιλίππου, του Θοδωρή Παπαλουκά αν αυτοί διοικούσαν την ομοσπονδία; Εγώ λέω ποτέ. Ενώ τώρα ποιος να τον φωνάξει και τι να του πει; Και ποιος να μιλήσει με την ομάδα του; Αυτός που, όπως και οι διαιτητές του, δεν τολμάει να πάει στο ΣΕΦ; Αυτός που νοιάζεται για τους διαιτητές περισσότερο από τους παίκτες;

Έβλεπα το Σκόλα αγκαλιά με τον Τζινόμπιλι. Σκεφτόμουν τον Σπανούλη αγκαλιά με τον Δημήτρη Διαμαντίδη να πανηγυρίζει μια νίκη σαν τη χθεσινή των Αργεντίνων. Τι κρίμα που εμείς μια τέτοια σκηνή δεν θα την δούμε ποτέ, ενώ έχουμε όλους τους ήρωες που θα μπορούσαν να μας ανατριχιάσουν….